Γιώργος Κωνσταντίνου: Η μάχη με τον τζόγο, η σχέση με την κόρη του και οι έρωτες

Ο Γιώργος Κωνσταντίνου μιλά για τα παιδικά του χρόνια, τους έρωτες και τη μάχη με τον τζόγο

Ο βετεράνος του ελληνικού κινηματογράφου Γιώργος Κωνσταντίνου ήταν ο καλεσμένος του Νίκου Χατζηνικολάου στο «Ενώπιος Ενωπίω» της Δευτέρας (08/03). Ο ηθοποιός, που αυτό το διάστημα πρωταγωνιστεί μαζί με το κινηματογραφικό του ταίρι, τη Μάρω Κοντού σε σποτ για τον εμβολιασμό, μετά από 20 ολόκληρα χρόνια συναντήθηκε τηλεοπτικά με τον γνωστό δημοσιογράφο.

Ο 86χρονος δημοφιλής ηθοποιός μίλησε για τη ζωή του, από την πρώτη του επαφή με το θεατρικό σανίδι μέχρι σήμερα που είναι ένας ακούραστος εργάτης της ηθοποιίας. Ποια ήταν η σχέση με τη μητέρα του, πώς ένιωσε για την εγκατάλειψη από τον πατέρα και ο εθισμός στον τζόγο. Ο Γιώργος Κωνσταντίνου αναφέρθηκε με υπερηφάνια και στα δύο του παιδιά, τα οποία έχουν ακολουθήσει τον δρόμο της τέχνης τόσο σεμνά και ουσιαστικά όσο την υπηρέτησε και ο ίδιος σε όλη του τη ζωή μέχρι σήμερα.

Γεννήθηκε στην πλατεία Βάθη και είναι γιος του τενόρου Μιχαήλ Κωνσταντίνου και της ηθοποιού Νίτσας Φιλοσόφου. «Οι γονείς μου ήταν πρωταγωνιστές της οπερέτας. Στην Αλεξάνδρια τους λάτρευε ο κόσμος, είχαν μεγάλη επιτυχία. Τον πατέρα μου δεν τον έζησα πολύ, εξαφανίστηκε, έφυγε! Ο πατέρας μου δεν είχε παντρευτεί την μητέρα μου και η μητέρα μου το έφερνε βαρέως ότι εγώ ήμουν ουσιαστικά ένα εξώγαμο παιδί. Όταν μεγαλώσαμε η μητέρα μου χρόνια μετά, ζήτησε να παντρευτούν. “Για να συνεχίσει να σε βοηθάει ο γιoς μου, θα παντρευτούμε” του είπε. Και παντρεύτηκαν εκείνη στα 60 και εκείνος στα 70 και μετά χώρισαν. Ο πατέρας μου ήταν τενόρος και η μητέρα μου πριμαντόνα» είπε ο ηθοποιός για τους γονείς του. Μετά από προτροπή της μητέρας του και αφού είχε πάει και σε σχολή ηλεκτροτεχνίτη και είχε κάνει άσχετα πράγματα, αποφάσισε να γίνει επαγγελματίας ηθοποιός – αν και δεν το πολυπίστευε στην αρχή.

Γιώργος Κωνσταντίνου: Ο έρωτας δεν έπαιξε μεγάλο ρόλο στη ζωή μου

«Τα παιδικά χρόνια μετά την κατοχή ήταν δύσκολα δεν μπορούσαμε να κυκλοφορήσουμε. Mετά το 1948 αρχίσαμε να κυκλοφορούμε. Η ανάγκη για επιβίωση δεν μας άφησε να κάνουμε όνειρα. Ήμουν στο σπίτι με τη γιαγιά που ήταν αυταρχική και υπήρχε ένα κλίμα τρόμου. Από εκεί σέρνω κάποια κατάλοιπα» είπε. Αφού αποφάσισε να ασχοληθεί με την ηθοποιία έδωσε εξετάσεις για την Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, ωστόσο απορρίφθηκε ως «εντελώς ατάλαντος». Όμως τον κράτησε ο Κάρολος Κουν στο Θέατρο Τέχνης.

Για την προσωπική του ζωή και την κόρη του ο ηθοποιός είπε: «Είχα μια απέχθεια στο σκάλισμα της προσωπικής ζωής. Απέκλεισα την προσωπική μου ζωή από τη δημοσιότητα. Ο έρωτας δεν έπαιξε μεγάλο ρόλο στη ζωή μου. Πέρασα ελαφρά από αυτή την ιστορία. Με τα παιδιά μου είμαι φιλαράκια. Με την κόρη μου έχουμε παίξει και μαζί […] Η κόρη μου θέλει με τα δικά της όπλα να πολεμήσει, και αυτό το χαίρομαι πραγματικά. Προσπαθούμε να απελευθερωθούμε ο ένας από τον άλλο». Ο ηθοποιός μίλησε με χαρά και για τον γιο του που είναι καταξιωμένος μουσικός.

Έλενα Ναθαναήλ, Γιώργος Κωνσταντίνου

Για τον τζόγο έχω να πω: «Πας παίζων, χάνει»

Η μάχη που έδωσε κατά του εθισμού του τζόγου:  Όλοι έχουν μείνει σε αυτό το σημείο του βιβλίου μου γιατί πουλάει. Θα είχα κάθε λόγο να το εξαφανίσω. Νομίζω ότι ο τζόγος, κατά τη φιλοσοφική μου άποψη, είναι έμφυτος. Από μικρά παιδάκια λέμε “αυτό είναι δικό μου” και “ποιος θα κερδίσει κέρματα;”. Είναι ένα σκαλοπάτι που οδηγεί στη κατηφόρα την μεγάλη. Αν μπλέξεις με αυτό, είναι ένας καταστροφικός εθισμός. Το λέει άλλωστε και το ρητό “πας παίζων, χάνει”. Όποιος τζογάρει χάνει. Κάποια στιγμή που κέρδιζα ήταν μια παγίδα και αυτό…».

Ο ηθοποιός Γιώργος Κωνσταντίνου μέσα από την αυτοβιογραφία του με τίτλο «Showtime», εξομολογείται για πρώτη φορά τη μάχη του με τον τζόγο και τα εφιαλτικά βράδια που πέρασε εξαιτίας του εθισμού του. Γράφει στο βιβλίο του: «Μου άρεσαν τα τυχερά παιχνίδια. Και, τελικά, μου έγινε ένα καταστροφικό πάθος που δεν μπόρεσα να ελέγξω. Δεν ήμουνα από τους τυχερούς παίκτες. Και ποιος είναι άλλωστε; Δεν πιστεύω ότι μένει κανείς τυχερός για πολύ. […] Ωστόσο, εγώ παραήμουν άτυχος. Στα παιχνίδια της πόκας, από τα επτά άτομα που παίζαμε συνήθως εκείνος που έφευγε σχεδόν πάντα πρώτος από το τραπέζι ήμουν εγώ».

Ο Γιώργος Κωνσταντίνου ανέφερε σε άλλο σημείο του βιβλίου: «Είχα κάνει μια θεατρική παράσταση που με κατέστρεψε. Αναγκάστηκα να χρεωθώ σε τοκογλύφους. Προσπάθησα να ρεφάρω με δύο επόμενες δουλειές, αλλά και αυτές ήταν καταστροφικές. Φαινόμουν τελειωμένος. Όμως, ήμουνα και πολύ νέος ακόμα για να πέσει ο τίτλος “Τέλος”».

Για να προσθέσει με νόημα: «Έπειτα δεν θα είχε γούστο γι’ αυτόν που σκάρωνε το παιχνίδι να το τελειώσει στα γρήγορα. Είχα πολλά χρόνια μπροστά μου για να βασανιστώ, έτσι που να το κάνει απόλυτη ευχαρίστηση. Για ποιον μιλάω; Πιστεύω στην ύπαρξη του καλού και του κακού πνεύματος. Αλίμονο. Πιστεύω στον Θεό, με λίγα λόγια. Και πιστεύω ότι ο τζόγος, μαζί με το μίσος του πολέμου, είναι τα αγαπημένα, τα απόλυτα παιχνίδια του κακού».